Ενδοκρινολογία & Μεταβολικά Νοσήματα
Η Ενδοκρινολογία στο ΔΙΚΤΑΙΟΝ στον Στρόβολο, Λευκωσία, επικεντρώνεται στην αξιολόγηση και παρακολούθηση παθήσεων που σχετίζονται με τις ορμόνες, τους ενδοκρινείς αδένες και τον μεταβολισμό.
Οι συνεργαζόμενοι Ενδοκρινολόγοι διαθέτουν διαφορετική κλινική εμπειρία και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα της Ενδοκρινολογίας και της Διαβητολογίας.
Παθήσεις & Καταστάσεις στην Ενδοκρινολογία
Η Ενδοκρινολογία αφορά τη λειτουργία των ορμονών και των ενδοκρινών αδένων, οι οποίοι συμμετέχουν στη ρύθμιση πολλών διαφορετικών λειτουργιών του οργανισμού.
Ο Ενδοκρινολόγος μπορεί να αξιολογήσει συμπτώματα, εργαστηριακές διαταραχές ή ήδη γνωστές παθήσεις και να καθορίσει εάν απαιτείται περαιτέρω ορμονικός, μεταβολικός ή απεικονιστικός έλεγχος.

Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί μία από τις συχνότερες μεταβολικές παθήσεις και αφορά τη διαταραχή της φυσιολογικής ρύθμισης της γλυκόζης στο αίμα.
Παρέχεται αξιολόγηση και παρακολούθηση ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και τύπου 2, καθώς και ατόμων με άλλες διαταραχές του μεταβολισμού της γλυκόζης.
Η παρακολούθηση εξατομικεύεται ανάλογα με τον τύπο του διαβήτη, τη γλυκαιμική ρύθμιση, τη φαρμακευτική αγωγή, τις συνοδές παθήσεις και το συνολικό μεταβολικό προφίλ του ασθενούς.
Στο πλαίσιο της ενδοκρινολογικής αξιολόγησης μπορεί επίσης να συνεκτιμώνται παράγοντες όπως το σωματικό βάρος, η αρτηριακή πίεση και οι διαταραχές των λιπιδίων, όταν αυτά επηρεάζουν τον συνολικό μεταβολικό και καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Οι παθήσεις του θυρεοειδούς αποτελούν σημαντικό μέρος της κλινικής Ενδοκρινολογίας και μπορεί να αφορούν τόσο τη λειτουργία όσο και τη μορφολογία του αδένα.
Η αξιολόγηση μπορεί να αφορά καταστάσεις όπως υποθυρεοειδισμός, υπερθυρεοειδισμός, θυρεοειδίτιδες, βρογχοκήλη, θυρεοειδικούς όζους και άλλες διαταραχές.
Ο Ενδοκρινολόγος συνεκτιμά τα συμπτώματα, το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό και τα αποτελέσματα του ορμονικού ελέγχου. Όπου υπάρχει σχετική ένδειξη, η διερεύνηση μπορεί να συμπληρώνεται με Υπερηχογράφημα Θυρεοειδούς, ώστε να αξιολογείται η μορφολογία του αδένα και τυχόν θυρεοειδικοί όζοι.
Σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν θεραπεία, η τακτική επανεκτίμηση μπορεί να είναι απαραίτητη για την παρακολούθηση της θυρεοειδικής λειτουργίας και την προσαρμογή της αντιμετώπισης.

Οι παθήσεις των επινεφριδίων αποτελούν σημαντικό αντικείμενο της κλινικής Ενδοκρινολογίας, καθώς οι ορμόνες που παράγονται από τα επινεφρίδια συμμετέχουν στη ρύθμιση πολλών σημαντικών λειτουργιών.
Η αξιολόγηση μπορεί να αφορά διαταραχές της παραγωγής ορμονών των επινεφριδίων, ύποπτα κλινικά ή εργαστηριακά ευρήματα, καθώς και τυχαία απεικονιστικά ευρήματα που χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση.
Η προσέγγιση βασίζεται στο ιατρικό ιστορικό, τα συμπτώματα και τον κατάλληλο ορμονικό και εργαστηριακό έλεγχο. Όπου υπάρχει ένδειξη, συνεκτιμώνται και οι διαθέσιμες απεικονιστικές εξετάσεις.
Η περαιτέρω παρακολούθηση εξαρτάται από τον τύπο της διαταραχής, τη λειτουργική δραστηριότητα του ευρήματος και τη συνολική κλινική εικόνα.

Ένα επινεφριδιακό τυχαίωμα είναι εύρημα στον επινεφρίδιο αδένα που εντοπίζεται σε απεικονιστική εξέταση η οποία πραγματοποιήθηκε για διαφορετικό λόγο.
Τα περισσότερα επινεφριδιακά τυχαιώματα δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκη σοβαρή νόσο. Χρειάζεται όμως να αξιολογηθεί τόσο η μορφολογία του ευρήματος όσο και το εάν παράγει ορμόνες.
Ο Ενδοκρινολόγος μπορεί να καθορίσει τον κατάλληλο ορμονικό έλεγχο και να συνεκτιμήσει τα διαθέσιμα απεικονιστικά δεδομένα, το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά του ευρήματος, καθώς και τα συμπτώματα του ασθενούς.
Σε επιλεγμένα περιστατικά, η διερεύνηση των επινεφριδίων μπορεί επίσης να σχετίζεται με δύσκολα ρυθμιζόμενη αρτηριακή υπέρταση ή άλλες κλινικές ενδείξεις ορμονικής υπερπαραγωγής.

Η υπόφυση συμμετέχει στη ρύθμιση πολλών διαφορετικών ορμονικών αξόνων και μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία του θυρεοειδούς, των επινεφριδίων, των γονάδων και άλλων συστημάτων.
Οι διαταραχές της υπόφυσης μπορεί να εκδηλώνονται με ποικίλα και συχνά μη ειδικά συμπτώματα, ανάλογα με την ορμονική λειτουργία που επηρεάζεται.
Ορισμένες διαταραχές της υπόφυσης μπορεί να επηρεάζουν την προλακτίνη, την αυξητική ορμόνη, τον άξονα κορτιζόλης, τη θυρεοειδική λειτουργία ή τις ορμόνες που σχετίζονται με την αναπαραγωγική λειτουργία.
Ανάλογα με την πάθηση, μπορεί να εμφανίζονται διαταραχές του εμμηνορρυσιακού κύκλου, μεταβολές στη σεξουαλική λειτουργία, πονοκέφαλοι, αλλαγές στην όραση ή άλλα συμπτώματα. Τα συμπτώματα αυτά δεν είναι ειδικά και η παρουσία τους δεν σημαίνει απαραίτητα πάθηση της υπόφυσης.
Η ενδοκρινολογική διερεύνηση βασίζεται στο ιστορικό, την κλινική εικόνα και στον κατάλληλο ορμονικό έλεγχο. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να απαιτείται περαιτέρω απεικονιστική διερεύνηση, όπως Μαγνητική Τομογραφία.

Στο πλαίσιο της Ενδοκρινολογίας, ιδιαίτερη σημασία έχει η διερεύνηση πιθανών ορμονικών ή μεταβολικών αιτιών που μπορεί να επηρεάζουν την οστική υγεία.
Η οστεοπόρωση χαρακτηρίζεται από μείωση της οστικής αντοχής και αύξηση του κινδύνου καταγμάτων.
Η ενδοκρινολογική αξιολόγηση μπορεί να αφορά ασθενείς με οστεοπόρωση, οστεοπενία, προηγούμενα κατάγματα ή άλλες διαταραχές του μεταβολισμού των οστών.
Κατά τη διερεύνηση συνεκτιμώνται το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, η ηλικία, πιθανοί ορμονικοί ή μεταβολικοί παράγοντες, η φαρμακευτική αγωγή και τα διαθέσιμα εργαστηριακά δεδομένα.
Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να απαιτείται Μέτρηση Οστικής Πυκνότητας (DEXA) για την αξιολόγηση της οστικής μάζας και την εκτίμηση της περαιτέρω παρακολούθησης.

Οι παραθυρεοειδείς αδένες συμμετέχουν στη ρύθμιση του ασβεστίου και του φωσφόρου μέσω της παραθορμόνης (PTH), επηρεάζοντας μεταξύ άλλων τα οστά και τους νεφρούς.
Η ενδοκρινολογική αξιολόγηση μπορεί να χρειάζεται όταν υπάρχουν αυξημένες ή μειωμένες τιμές ασβεστίου, μη φυσιολογική παραθορμόνη, ιστορικό νεφρολιθίασης, οστεοπόρωση ή άλλα ευρήματα που δημιουργούν υποψία διαταραχής των παραθυρεοειδών.
Ο Ενδοκρινολόγος συνεκτιμά τις τιμές ασβεστίου και PTH με άλλες σχετικές εργαστηριακές παραμέτρους, το ιστορικό, τη νεφρική λειτουργία και την οστική υγεία.
Δεν προκαλούν όλες οι διαταραχές ασβεστίου τα ίδια συμπτώματα και ορισμένες μπορεί να εντοπιστούν τυχαία σε εργαστηριακό έλεγχο. Η ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση ή παρακολούθηση καθορίζεται σύμφωνα με το συγκεκριμένο κλινικό πρόβλημα.

Η σύγχρονη Ενδοκρινολογία εξετάζει την παχυσαρκία στο πλαίσιο της συνολικής μεταβολικής υγείας και όχι αποκλειστικά ως μεταβολή του σωματικού βάρους.
Η παχυσαρκία είναι μία σύνθετη χρόνια κατάσταση που μπορεί να συνδέεται με μεταβολικές διαταραχές, αντίσταση στην ινσουλίνη, σακχαρώδη διαβήτη, διαταραχές των λιπιδίων και αυξημένο καρδιομεταβολικό κίνδυνο.
Η ενδοκρινολογική αξιολόγηση εξετάζει το συνολικό κλινικό και μεταβολικό προφίλ και μπορεί να διερευνήσει πιθανούς ορμονικούς ή άλλους παράγοντες που επηρεάζουν το σωματικό βάρος.
Συνεκτιμώνται στοιχεία όπως το ιατρικό ιστορικό, οι προηγούμενες προσπάθειες διαχείρισης του βάρους, η γλυκαιμική ρύθμιση, το λιπιδαιμικό προφίλ και τυχόν συνυπάρχουσες ενδοκρινολογικές διαταραχές.
Η προσέγγιση εξατομικεύεται σύμφωνα με την κατάσταση της υγείας και τους θεραπευτικούς στόχους κάθε ασθενούς.

Η ενδοκρινολογική αξιολόγηση μπορεί επίσης να αφορά γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) και άλλες ορμονικές διαταραχές που μπορεί να επηρεάζουν τον εμμηνορρυσιακό κύκλο, τον μεταβολισμό ή την αναπαραγωγική λειτουργία.
Η διερεύνηση βασίζεται στο ιστορικό, τα συμπτώματα και τον κατάλληλο ορμονικό και μεταβολικό έλεγχο.
Σε ασθενείς με συνυπάρχουσα αντίσταση στην ινσουλίνη, διαταραχές βάρους ή άλλες μεταβολικές διαταραχές, οι παράγοντες αυτοί συνεκτιμώνται στο πλαίσιο της συνολικής ενδοκρινολογικής αξιολόγησης.

Η αναπαραγωγική Ενδοκρινολογία μπορεί να αφορά και άλλες ορμονικές διαταραχές πέρα από το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.
Στις γυναίκες, ενδοκρινολογική αξιολόγηση μπορεί να χρειάζεται σε περιπτώσεις αμηνόρροιας, σημαντικών διαταραχών του εμμηνορρυσιακού κύκλου ή άλλων συμπτωμάτων που δημιουργούν υποψία διαταραχής της λειτουργίας των γονάδων ή άλλων ορμονικών αξόνων.
Στους άνδρες, χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης ή συμπτώματα που δημιουργούν υποψία υπογοναδισμού μπορεί επίσης να απαιτούν κατάλληλη ορμονική διερεύνηση.
Ο Ενδοκρινολόγος αξιολογεί τα συμπτώματα σε συνδυασμό με το ιατρικό ιστορικό και τις κατάλληλες εργαστηριακές εξετάσεις. Η υπογονιμότητα ή άλλες αναπαραγωγικές διαταραχές μπορεί να χρειάζονται παράλληλη αξιολόγηση από τις αντίστοιχες ιατρικές ειδικότητες.

Η Ενδοκρινολογία καλύπτει ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων που μπορεί να επηρεάζουν διαφορετικές ορμονικές λειτουργίες.
Ο Ενδοκρινολόγος μπορεί να αξιολογήσει ασθενείς όταν υπάρχουν συμπτώματα, εργαστηριακά ευρήματα ή κλινικές ενδείξεις που δημιουργούν υποψία ορμονικής ή μεταβολικής διαταραχής.
Η ανάγκη και το είδος του περαιτέρω ελέγχου καθορίζονται εξατομικευμένα σύμφωνα με το συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα.

Ορισμένες ήδη γνωστές ενδοκρινολογικές παθήσεις χρειάζονται διαφορετική παρακολούθηση πριν ή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Παθήσεις του θυρεοειδούς, προϋπάρχων σακχαρώδης διαβήτης και ορισμένες διαταραχές των παραθυρεοειδών, της υπόφυσης ή των επινεφριδίων μπορεί να απαιτούν προσαρμογή του ελέγχου ή της παρακολούθησης.
Ο Ενδοκρινολόγος συνεκτιμά την υπάρχουσα διάγνωση, τη θεραπευτική αγωγή και τις ανάγκες της εγκυμοσύνης σε συνεργασία, όπου χρειάζεται, με τον Μαιευτήρα–Γυναικολόγο ή άλλες σχετικές ειδικότητες.
Δεν χρειάζονται όλες οι γυναίκες τον ίδιο ενδοκρινολογικό έλεγχο κατά την εγκυμοσύνη. Η αξιολόγηση εξατομικεύεται σύμφωνα με το ιστορικό και την κλινική ένδειξη.
Ενδοκρινολογικός Έλεγχος & Διαγνωστική Διερεύνηση
Στην Ενδοκρινολογία, η διαγνωστική διερεύνηση δεν περιλαμβάνει το ίδιο σύνολο εξετάσεων για όλους τους ασθενείς. Ο Ενδοκρινολόγος επιλέγει τον κατάλληλο εργαστηριακό ή απεικονιστικό έλεγχο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα.
Οι εργαστηριακές εξετάσεις αποτελούν σημαντικό μέρος της διερεύνησης πολλών ενδοκρινολογικών και μεταβολικών παθήσεων.
Ανάλογα με το κλινικό ερώτημα μπορεί να απαιτείται έλεγχος θυρεοειδικών ή άλλων ορμονών, γλυκόζης, μεταβολικών παραμέτρων, ασβεστίου και άλλων εργαστηριακών δεικτών.
Ο εργαστηριακός έλεγχος δεν αξιολογείται απομονωμένα. Τα αποτελέσματα ερμηνεύονται σε συνδυασμό με το ιστορικό, τα συμπτώματα, τη θεραπευτική αγωγή και τα υπόλοιπα κλινικά δεδομένα.
Στο ΔΙΚΤΑΙΟΝ παρέχονται υπηρεσίες εργαστηριακών εξετάσεων που μπορούν να υποστηρίξουν τον απαραίτητο εργαστηριακό έλεγχο σύμφωνα με την ιατρική ένδειξη.
Το Υπερηχογράφημα Θυρεοειδούς είναι μία ασφαλής και μη επεμβατική απεικονιστική εξέταση που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της μορφολογίας του θυρεοειδούς αδένα.
Μπορεί να παρέχει πληροφορίες για το μέγεθος και τη δομή του αδένα, καθώς και για την παρουσία θυρεοειδικών όζων, κύστεων ή άλλων μορφολογικών μεταβολών.
Η υπερηχογραφική εικόνα συνεκτιμάται με την κλινική εξέταση, το ιστορικό και τον ορμονικό έλεγχο, ώστε τα απεικονιστικά ευρήματα να αξιολογούνται στο πλαίσιο της συνολικής ενδοκρινολογικής εικόνας.
Σε ασθενείς με γνωστούς θυρεοειδικούς όζους, το υπερηχογράφημα μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση πιθανών μεταβολών στη μορφολογία ή το μέγεθός τους.

Σε επιλεγμένους θυρεοειδικούς όζους μπορεί να υπάρχει ένδειξη για παρακέντηση με λεπτή βελόνα (Fine Needle Aspiration – FNA) για περαιτέρω κυτταρολογική αξιολόγηση.
Δεν απαιτούν όλοι οι θυρεοειδικοί όζοι FNA. Η ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση καθορίζεται από τον θεράποντα ιατρό με βάση το ιστορικό, τα κλινικά δεδομένα και τα υπερηχογραφικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου όζου.
Η Μέτρηση Οστικής Πυκνότητας (DEXA) χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της οστικής μάζας και αποτελεί σημαντική εξέταση στη διερεύνηση και παρακολούθηση ασθενών με οστεοπόρωση ή αυξημένο κίνδυνο κατάγματος.
Τα αποτελέσματα δεν αξιολογούνται απομονωμένα αλλά συνεκτιμώνται με την ηλικία, το ιστορικό καταγμάτων, τους παράγοντες κινδύνου και τις πιθανές ορμονικές ή μεταβολικές διαταραχές.
Στο ΔΙΚΤΑΙΟΝ λειτουργεί οργανωμένο Τμήμα Μέτρησης Οστικής Πυκνότητας, επιτρέποντας τη διενέργεια της εξέτασης DEXA στο ίδιο ιατρικό διαγνωστικό περιβάλλον.
Σε επιλεγμένες ενδοκρινολογικές παθήσεις μπορεί να απαιτείται Μαγνητική Τομογραφία (MRI) στο πλαίσιο της περαιτέρω διερεύνησης.
Η MRI μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όταν υπάρχει κατάλληλη κλινική ένδειξη, για την απεικονιστική αξιολόγηση συγκεκριμένων ανατομικών περιοχών ή ενδοκρινών αδένων, ανάλογα με το διαγνωστικό ερώτημα.
Η ανάγκη και το κατάλληλο πρωτόκολλο απεικόνισης καθορίζονται από τον θεράποντα ιατρό και την κλινική ένδειξη.
Συνεργαζόμενοι Ενδοκρινολόγοι
Στο ΔΙΚΤΑΙΟΝ συνεργάζονται Ενδοκρινολόγοι | Διαβητολόγοι με διαφορετική εκπαίδευση, κλινική εμπειρία και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα.
Η διαφορετική επαγγελματική πορεία των ιατρών επιτρέπει στους ασθενείς να ενημερωθούν και να επιλέξουν τον κατάλληλο Ενδοκρινολόγο ανάλογα με το πρόβλημα που χρειάζεται αξιολόγηση και τον τρόπο παροχής της υπηρεσίας.
Δρ Αντριάνα Γαβριηλίδου Σακάλλα
Ενδοκρινολόγος | Διαβητολόγος | ΓεΣΥ
Η Δρ Αντριάνα Γαβριηλίδου Σακάλλα δραστηριοποιείται σε ένα ευρύ φάσμα της Ενδοκρινολογίας και της Διαβητολογίας, με κλινική ενασχόληση στις παθήσεις του θυρεοειδούς, τον σακχαρώδη διαβήτη, τις παθήσεις των επινεφριδίων και άλλες ορμονικές και μεταβολικές διαταραχές.
Παρέχει υπηρεσίες ως Ενδοκρινολόγος | Διαβητολόγος εντός ΓεΣΥ.
Δρ Αλέξανδρος Χριστοφή
Ενδοκρινολόγος | Διαβητολόγος | Υπηρεσίες Εκτός Πλαισίου ΓεΣΥ
Ο Δρ Αλέξανδρος Χριστοφή διαθέτει κλινική εμπειρία στην Ενδοκρινολογία και τη Διαβητολογία, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις παθήσεις του θυρεοειδούς και το Υπερηχογράφημα Θυρεοειδούς.
Η δυνατότητα συνδυασμού της κλινικής ενδοκρινολογικής αξιολόγησης με την υπερηχογραφική εικόνα του θυρεοειδούς αποτελεί σημαντικό στοιχείο του ιδιαίτερου κλινικού του ενδιαφέροντος.
Δρ Θάλεια Λουκά
Ενδοκρινολόγος | Διαβητολόγος | Υπηρεσίες Εκτός Πλαισίου ΓεΣΥ
Η Δρ Θάλεια Λουκά διαθέτει εκπαίδευση και επαγγελματική εμπειρία στη Γερμανία στην Εσωτερική Παθολογία, την Ενδοκρινολογία και τη Διαβητολογία.
Ιδιαίτερο κλινικό ενδιαφέρον αποτελεί η παχυσαρκία, η διαχείριση του σωματικού βάρους και οι μεταβολικές διαταραχές, παράλληλα με τον σακχαρώδη διαβήτη και το ευρύτερο φάσμα της Ενδοκρινολογίας.
Δρ Νάντια Όθωνος
Ενδοκρινολόγος | Διαβητολόγος | Υπηρεσίες Εκτός Πλαισίου ΓεΣΥ
Η Δρ Νάντια Όθωνος διαθέτει πολυετή εκπαίδευση, κλινική και ερευνητική εμπειρία στο Ηνωμένο Βασίλειο, με προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα ως Consultant στο Addenbrooke’s Hospital, Cambridge.
Οι παθήσεις των επινεφριδίων αποτελούν ιδιαίτερο κλινικό ενδιαφέρον, παράλληλα με τις παθήσεις της υπόφυσης, τον σακχαρώδη διαβήτη και το ευρύτερο φάσμα της Ενδοκρινολογίας.
Πότε να Κλείσετε Ραντεβού με Ενδοκρινολόγο
Ενδοκρινολογική αξιολόγηση μπορεί να χρειάζεται όταν:
- υπάρχουν μη φυσιολογικές εξετάσεις θυρεοειδούς,
- έχει εντοπιστεί θυρεοειδικός όζος,
- υπάρχει σακχαρώδης διαβήτης ή διαταραχή της γλυκόζης,
- υπάρχει σημαντική δυσκολία στη διαχείριση του σωματικού βάρους ή πιθανή μεταβολική διαταραχή,
- υπάρχει οστεοπόρωση, οστεοπενία ή ανεξήγητο κάταγμα,
- υπάρχουν διαταραχές ασβεστίου ή παραθορμόνης,
- έχει εντοπιστεί εύρημα στα επινεφρίδια ή υπάρχει υποψία διαταραχής της λειτουργίας τους,
- υπάρχει γνωστή ή πιθανή διαταραχή της υπόφυσης,
- υπάρχουν συμπτώματα ή εργαστηριακά ευρήματα που δημιουργούν υποψία ορμονικής διαταραχής,
- χρειάζεται παρακολούθηση ήδη γνωστής ενδοκρινολογικής πάθησης.
Πότε Χρειάζεται Άμεση Ιατρική Αξιολόγηση;
Οι περισσότερες ενδοκρινολογικές παθήσεις παρακολουθούνται σε προγραμματισμένα ραντεβού. Ορισμένες καταστάσεις όμως μπορεί να χρειάζονται άμεση ιατρική αξιολόγηση.
Αναζητήστε επείγουσα ιατρική βοήθεια όταν υπάρχει:
- σοβαρή υπογλυκαιμία με απώλεια ή σημαντική διαταραχή του επιπέδου συνείδησης,
- έντονη αδυναμία, επαναλαμβανόμενος έμετος, λιποθυμική τάση ή σύγχυση σε άτομο με γνωστή επινεφριδιακή ανεπάρκεια,
- σοβαρή αφυδάτωση, επαναλαμβανόμενος έμετος ή μεταβολή του επιπέδου συνείδησης σε άτομο με σακχαρώδη διαβήτη,
- νέα σοβαρή διαταραχή της όρασης ή έντονος πονοκέφαλος σε άτομο με γνωστή πάθηση της υπόφυσης,
- οποιαδήποτε ταχεία επιδείνωση της γενικής κατάστασης που δεν είναι κατάλληλη για αναμονή μέχρι ένα προγραμματισμένο
- ενδοκρινολογικό ραντεβού.
Σε αυτές τις περιπτώσεις προέχει η άμεση ιατρική ή νοσοκομειακή αξιολόγηση.
Συχνές Ερωτήσεις για την Ενδοκρινολογία
Η Ενδοκρινολογία είναι η ιατρική ειδικότητα που ασχολείται με τις ορμόνες, τους ενδοκρινείς αδένες και τις μεταβολικές λειτουργίες του οργανισμού. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον σακχαρώδη διαβήτη, τις παθήσεις του θυρεοειδούς, της υπόφυσης και των επινεφριδίων, τις διαταραχές των παραθυρεοειδών, την οστεοπόρωση και άλλες ορμονικές ή μεταβολικές παθήσεις.
Η επιλογή Ενδοκρινολόγου μπορεί να βασίζεται στην κλινική εμπειρία που σχετίζεται με το συγκεκριμένο πρόβλημα, στα επαγγελματικά προσόντα, στον τρόπο παροχής της υπηρεσίας και στη δυνατότητα πρόσβασης στις απαραίτητες εργαστηριακές ή απεικονιστικές εξετάσεις.
Στο ΔΙΚΤΑΙΟΝ στον Στρόβολο, Λευκωσία, συνεργάζονται Ενδοκρινολόγοι με διαφορετική εκπαίδευση και ιδιαίτερα κλινικά ενδιαφέροντα. Παράλληλα παρέχονται υπηρεσίες εργαστηριακών εξετάσεων και διατίθενται διαγνωστικές υπηρεσίες όπως Υπερηχογράφημα, DEXA και Μαγνητική Τομογραφία, όταν υπάρχει σχετική ιατρική ένδειξη.
Τα συμπτώματα των ενδοκρινολογικών παθήσεων ποικίλλουν και συχνά δεν είναι ειδικά. Μεταβολές του σωματικού βάρους, έντονη κόπωση, μεταβολές της γλυκόζης, διαταραχές του εμμηνορρυσιακού κύκλου ή μη φυσιολογικές ορμονικές εξετάσεις μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να χρειάζονται περαιτέρω αξιολόγηση.
Η παρουσία ενός συμπτώματος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει ενδοκρινολογική πάθηση.
Είναι χρήσιμο να υπάρχουν διαθέσιμες προηγούμενες εργαστηριακές εξετάσεις, απεικονιστικές εξετάσεις, κατάλογος της τρέχουσας φαρμακευτικής αγωγής και πληροφορίες για προηγούμενες διαγνώσεις ή θεραπείες.
Ο Ενδοκρινολόγος θα αξιολογήσει ποια από τα υπάρχοντα στοιχεία είναι σχετικά με το συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα και εάν χρειάζεται συμπληρωματικός έλεγχος.
Στο ΔΙΚΤΑΙΟΝ, εκτός απο την υπηρεσία Αιμοληψίας και Εργαστηριακού Ελέγχου, λειτουργούν Τμήμα Υπερήχων, Τμήμα Μέτρησης Οστικής Πυκνότητας DEXA και Μαγνητικής Τομογραφίας, υπηρεσίες που μπορεί να χρησιμοποιηθούν όταν υπάρχει αντίστοιχη κλινική ένδειξη στο πλαίσιο της ενδοκρινολογικής διερεύνησης.
Η επιλογή κάθε εξέτασης γίνεται σύμφωνα με το συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα και την ιατρική αξιολόγηση.
Στο ΔΙΚΤΑΙΟΝ συνεργάζονται Ενδοκρινολόγοι που παρέχουν υπηρεσίες εντός ΓεΣΥ, καθώς και ιατροί που παρέχουν υπηρεσίες εκτός πλαισίου ΓεΣΥ.
Ο τρόπος εξυπηρέτησης εξαρτάται από τον συγκεκριμένο Ενδοκρινολόγο. Για πληροφορίες σχετικά με τη διαθεσιμότητα και τον προγραμματισμό ραντεβού, μπορείτε να επικοινωνήσετε με την ομάδα του ΔΙΚΤΑΙΟΝ.
Αυξημένο ασβέστιο μπορεί να έχει διαφορετικές αιτίες. Ο Ενδοκρινολόγος μπορεί να αξιολογήσει την παραθορμόνη (PTH), άλλες σχετικές εργαστηριακές παραμέτρους, το ιστορικό και τυχόν προβλήματα που αφορούν τα οστά ή τους νεφρούς.
Δεν σημαίνει κάθε αυξημένη τιμή ασβεστίου ότι υπάρχει πάθηση των παραθυρεοειδών.
Είναι ένα εύρημα στον επινεφρίδιο αδένα που εντοπίζεται τυχαία σε απεικονιστική εξέταση για άλλο λόγο.
Ο Ενδοκρινολόγος αξιολογεί εάν χρειάζεται ορμονικός έλεγχος και συνεκτίμηση των απεικονιστικών χαρακτηριστικών του ευρήματος.
Ναι, σε ορισμένους ασθενείς η υπέρταση μπορεί να σχετίζεται με ενδοκρινολογική διαταραχή, όπως συγκεκριμένες παθήσεις των επινεφριδίων.
Δεν χρειάζεται όμως κάθε άτομο με υπέρταση ενδοκρινολογικό έλεγχο. Η ανάγκη για διερεύνηση εξαρτάται από την κλινική εικόνα.
Δεν χρειάζονται όλοι οι θυρεοειδικοί όζοι παρακέντηση με λεπτή βελόνα.
Η απόφαση βασίζεται στα χαρακτηριστικά του όζου στο υπερηχογράφημα, στο μέγεθος, στο ιστορικό και σε άλλους σχετικούς κλινικούς παράγοντες.








